“Άνθρωπε, ερωτεύσου.”

Είναι βράδυ. Ανάβω το φωτιστικό του γραφείου και κάθομαι στην κόκκινη καρέκλα μου. Ποτέ δε μου άρεσε ιδιαίτερα αυτή η καρέκλα, ένιωθα σα να με ανάγκαζε να κάτσω εντελώς ίσια –όπως φροντίζει πάντα να μου υπενθυμίζει η μητέρα μου- και δε μπορούσα να συγκεντρωθώ. Σήμερα όμως είναι διαφορετικά. Νιώθω ανήσυχη, νιώθω την ανάγκη να γράψω, όχι στον υπολογιστή μου όμως -όπως συνήθως. Αυτό θα το κάνω μετά. Νιώθω πως θέλω να αποξενωθώ για λίγο τουλάχιστον από την τεχνολογία. Κλείνω το κινητό μου, κλείνω τον υπολογιστή και βγάζω το κάλυμμα της γραφομηχανής. Τα πλήκτρα είναι τόσο κρύα. Αλλάζω μελανοταινία και πέφτω στη δουλειά.

«Σήμερα ήταν μια από αυτές τις μέρες. Ξέρεις, από εκείνες που έχεις χαραμίσει μια ολόκληρη ημέρα στο δρόμο και όταν το βράδυ ξαπλώνεις στο κρεβάτι νιώθεις πως δεν έχεις κάνει τίποτα σημαντικό; Τίποτα από όσα θα ήθελες να κάνεις τουλάχιστον. Κάθε βράδυ λες “Δεν πειράζει, και αύριο μέρα είναι” και οι μέρες, οι ώρες, τα λεπτά περνούν δίχως να το καταλάβεις. Ξαφνικά η άνοιξη έγινε καλοκαίρι και το καλοκαίρι φθινόπωρο και βρίσκεσαι στο ίδιο ακριβώς σημείο. Να επαναλαμβάνεις κάθε βράδυ την ίδια κουβέντα. “Αύριο θα είναι διαφορετικά”.

Σε πονάει που δεν μπορείς να κάνεις όσα αγαπάς και που ο χρόνος σε αυτή την πόλη σε προσπερνάει. Κυλάει τόσο γρήγορα. Όλοι τρέχουν, όλοι δεν προλαβαίνουν, όλοι κάνουν πράγματα, τόσα πράγματα και ποτέ δεν τελειώνουν, μα ελάχιστοι κάνουν αυτό που αγαπούν. Χαραμίζουν όλες τις ώρες της ημέρας τους κοιτώντας και κυνηγώντας ένα ρολόι. Να προλάβω το λεωφορείο, να πάω στη δουλειά, να προλάβω να φάω πριν ξεκινήσω τα υπόλοιπα τρεξίματα της μέρας που θα τελειώσουν το βράδυ και όταν θα θελήσω να αφιερώσω λίγο χρόνο στους δικούς μου ανθρώπους θα έχω ξεραθεί με τα ρούχα στον καναπέ. Να προλάβω να ζήσω; Πότε θα προλάβω να ζήσω;

Αυτή είναι η ζωή μας. Ένα ατέρμονο “Δεν προλαβαίνω”. Αποδεχτήκαμε τη ρουτίνα μας και μένουμε άπραγοι τρέχοντας πίσω από ένα λεωφορείο, μια προθεσμία, ή περιμένοντας στην ουρά μιας τράπεζας ενώ θα έπρεπε να βγούμε για έναν περίπατο στην πόλη, για ένα ποτό, να γνωρίσουμε ανθρώπους, να ερωτευτούμε, να αγαπήσουμε, να πονέσουμε. Να έχουμε έναν άνθρωπο δίπλα μας το βράδυ, να μας παίρνει ο ύπνος στον καναπέ παρέα, μα να σηκωνόμαστε τα χαράματα, να κάνουμε ότι πιο τρελό περνάει από το μυαλό μας.

Κι αυτούς που σου λένε πως μπορείς και μόνος, πως δεν έχεις χρόνο για έναν άνθρωπο στη ζωή σου, να μη τους ακούς. Ο έρωτας χρειάζεται, άνθρωπε. Είναι το ελιξίριο της ζωής. Τι να σου πουν όμως αυτοί για έρωτα; Που φιλιούνται βιαστικά τα πρωινά πριν πάνε στη δουλειά, που μετράνε τη ζωή με τα λεφτά, που κάνουν έρωτα από υποχρέωση δυο φορές το μήνα πριν το βραδινό δελτίο ειδήσεων; Τι θα σου διδάξουν εκείνοι για τον έρωτα; Ζήσε. Κι αν η πόλη σου τρέχει, τρέξε κι εσύ. Μα να σου κρατάει κάποιος το χέρι. Η διαδρομή θα αλλάξει αμέσως μορφή. Και μην ξεχνάς, “I wanna hold your hand”, τραγουδούσαν οι Beatles και σίγουρα είχαν πιάσει το νόημα της ζωής. Εσύ;»

Τραβάω το φύλλο από τη γραφομηχανή και το διαβάζω. Το βάζω στην άκρη, την καπακώνω και ξαπλώνω στο κρεβάτι μου. Χαμογελάω. “Αύριο θα είναι διαφορετικά“, μουρμουράω.

Photov_ladis

© 2015, Μικαέλα Πανηγυροπούλου. All rights reserved. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια από το athensvibe.gr

Filed under stories

Weirdo, γατομάνα, μουσικός και συγγραφέας ενός μυθιστορήματος που δε θα τελειώσει ποτέ. Ερωτευμένη με τον έρωτα, λάτρης του vintage, των μικρών bar, του φθινοπώρου και του film-noir. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει κόψει τις παρέες με τον Ηρώδη και τη Μήδεια, και κάνει guest εμφανίσεις στο τμήμα Προσχολικής Αγωγής του Τ.Ε.Ι. Αθήνας. Αν θέλεις να τη βρεις, ακολούθα τα νιαουρίσματα.