Stories

Βαγγέλης Γιαννίσης : “Το (δολοφονικό) σύμπαν ενός συγγραφέα”.

Μια συζήτηση με τον Βαγγέλη Γιαννίση θα μπορούσε να είναι γεμάτη γρίφους και ανεξιχνίαστα εγκλήματα. Θα μπορούσε βέβαια να έχει και μπύρες ή φαγητό που είναι δύο από τις αγάπες του, όπως μου αποκάλυψε. Με εισιτήριο το τέταρτο βιβλίο του «Η Σκιά» που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις Εκδόσεις Διόπτρα, βρεθήκαμε και συζητήσαμε για όσα μπορεί να έχει στο μυαλό του ένας συγγραφέας αστυνομικών βιβλίων. Εντάξει, ίσως μαζί μας να ήταν και ο Άντερς Οικονομίδης (Ο έλληνας επιθεωρητής που ζει στο Έρεμπρο της Σουηδίας και πρωταγωνιστεί στα βιβλία του Γιαννίση), αλλά προτίμησε να αφήσει τον συγγραφέα του να μιλήσει γι’ αυτόν…

Stories

Βαγγέλη, το τέταρτο βιβλίο σου είναι η «Σκιά». Τι συμβαίνει σε αυτή την ιστορία;

Η «Σκιά» είναι μία κατάδυση σε έναν κόσμο, τον οποίο ούτε ο Άντερς ούτε εγώ είχαμε εξερευνήσει προηγουμένως. Η ανακάλυψη ενός τελετουργικά δολοφονημένου ανθρώπου θα αναγκάσει τον Άντερς να περπατήσει σε μονοπάτια απόκοσμα. Αρχαίες παγανιστικές δοξασίες, οι οποίες συνεχίζουν να επιβιώνουν στη σημερινή Σουηδία, μία underground κοινότητα μουσικών, νέες προσθήκες χαρακτήρων και μία απρόσωπη και άγνωστη φιγούρα, η οποία σκορπίζει τον θάνατο, συνθέτουν το σκοτεινό παζλ της Σκιάς.

 

Εσύ είσαι πονεμένος παναθηναϊκός, όπως κι εγώ αλλά νομίζω και όπως και ο Άντερς… Πόσο πιστεύεις πως τον έχει επηρεάσει αυτό στη ζωή του;

Ο Άντερς ευτυχώς δεν ασχολείται και πολύ με τα σπορ, ειδάλλως νομίζω πως θα απογοητευόταν με τη σημερινή εικόνα της ομάδας. Βέβαια, δεδομένου πως η «Σκιά» διαδραματίζεται το 2014, θα είχε μόλις δει την καλή πρώτη χρονιά του Αναστασίου και θα αισθανόταν αισιόδοξος. Πού να ήξερε…

Οι Εκδόσεις Διόπτρα έχω την αίσθηση πως σε στηρίζουν πολύ. Πόσο σημαντικό είναι για σένα να νιώθεις αυτή τη στήριξη;

Είναι διπλά σημαντικό! Αφενός, επειδή αισθάνομαι μία σιγουριά, η οποία μου επιτρέπει να πειραματίζομαι και ελπίζω να βελτιώνομαι, αφετέρου επειδή οι αναγνώστες οσφρίζονται την στήριξη αυτή και πιστεύουν πως ίσως κάτι καλό να κρύβεται μέσα σε αυτές τις σελίδες. Όταν ο εκδοτικός στηρίζει, οι αναγνώστες (οι οποίοι είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι σε όποιον Έλληνα γράφει αστυνομική λογοτεχνία) εμπιστεύονται.

Είναι δύσκολο να πείσει ένας Έλληνας πως μπορεί να γράφει Σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα;

Όσο δύσκολο ήταν να πείσει μία παρέα Τζαμαϊκανών ολόκληρο τον κόσμο στους χειμερινούς Ολυμπιακούς του 1988 ότι μπορούσαν να συμμετέχουν στο άθλημα του αγωνιστικού ελκήθρου. Από εκεί και πέρα, είναι ευκολότερο ένας αναγνώστης να πείσει έναν δεύτερο αναγνώστη πως αυτό που έγραψε ο εν λόγω συγγραφέας είναι καλό και αξίζει να το διαβάσει.

Στις παρουσιάσεις που κάνεις για την «Σκιά» τι σου λέει ο κόσμος για τα αστυνομικά βιβλία;

Οι αναγνώστες της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι πραγματικά ΦΑΝΑΤΙΚΟΙ! Παθιάζονται, τους αρέσει ο διάλογος, τους αρέσει να μπαίνουν στο πετσί του ερευνητή και να μοιράζονται εντυπώσεις για τα βιβλία που διάβασαν και αγάπησαν. Οι περισσότεροι προσπαθούν να ψαρέψουν πληροφορίες για το επόμενο βιβλίο, αλλά μάντεψε: τα χείλη μου παραμένουν κλειστά (τουλάχιστον τις περισσότερες φορές).

Τα βιβλία σου υποθέτω πως είναι για αρχή η δική σου έμπνευση και γραφή, αλλά υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι που σου δίνουν βοήθεια και γνώσεις. Είναι χρονοβόρα λοιπόν η διαδικασία για να γραφτεί ένα αστυνομικό βιβλίο σαν τα δικά σου;

Τα βιβλία μου δεν θα μπορούσαν να γραφτούν δίχως να είχα βοήθεια -και είμαι εξαιρετικά τυχερός που έχω ανθρώπους με γνώσεις και μεγάλη υπομονή, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να απαντήσουν σε κάθε απορία μου, όσο παράξενη ή παράλογη κι αν είναι. Η διαδικασία της συγγραφής (τουλάχιστον αυτή που ακολουθώ εγώ) χωρίζεται σε δύο μέρη: το χτίσιμο του σκελετού και τη συγγραφή της ιστορίας. Στη διάρκεια του πρώτου μέρους είναι που χρειάζομαι περισσότερο τη βοήθεια, καθώς τότε είναι που “ρίχνω τα μπετά” και αν η ιστορία έχει ασταθή θεμέλια, τότε θα καταρρεύσει. Αυτό, λοιπόν, το κομμάτι, μπορεί να είναι αρκετά χρονοβόρο, όπως στον «Χορό των νεκρών», μπορεί όμως να φύγει και «νερό» όπως συνέβη με τη «Σκιά».

Μέχρι που θα φτάσουν οι ιστορίες με τον Οικονομίδη και αλήθεια, έχεις σκεφτεί ποια θα μπορούσε να είναι η κατάληξη του επιθεωρητή σου;

Σίγουρα θα γραφτούν άλλες δύο ιστορίες. Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να λάβω αποφάσεις για το μέλλον του, δηλαδή αν τις τελειώσω εκεί, ή αν θα τις συνεχίσω για μερικά ακόμη βιβλία. Τώρα, ρεαλιστικά υπάρχουν μονάχα δύο επιλογές για να τελειώσει η σάγκα του Άντερς: είτε θα πεθάνει, είτε θα “συνταξιοδοτηθεί” με happy ending. Δε νομίζω ότι υπάρχει μία μέση λύση, ειδάλλως δεν θα υπάρχει λύτρωση. Το τέλος του Άντερς θα πρέπει να είναι λυτρωτικό, όποιο κι αν είναι αυτό.

Πρόκειται για ένας περίεργο τύπο που γνωρίζουμε σιγά σιγά. Κάθε φορά μας παρουσιάζεις καινούρια στοιχεία του χαρακτήρα του. Είναι τακτική αυτό ή κι εσύ τον γνωρίζεις καλύτερα μαζί με τους αναγνώστες;

Ο Άντερς θα κάνει πάντοτε κάτι που θα με εκπλήξει. Ομολογώ ότι στο μυαλό μου έχω μία πρόβλεψη για το πώς θα εξελιχθεί από βιβλίο σε βιβλίο, αλλά η πρόβλεψη αυτή δεν είναι χαραγμένη σε πέτρα. Στη «Σκιά», για παράδειγμα, ήθελε σώνει και καλά να αντικαταστήσει τον καφέ με το τσάι! Όσο μεγαλώνω κι εγώ, μαθαίνω να παρατηρώ καλύτερα, οπότε θέλοντας και μη βγαίνουν νέα στοιχεία του στο χαρτί. Πλέον το έχω πάρει απόφαση ότι μέχρι να μπει η τελευταία τελεία δεν θα τον γνωρίζω στο 100%. Έτσι δεν συμβαίνει, άλλωστε, με τους φίλους μας; Κανείς μας δε γνωρίζει τον άλλο εντελώς.

Πόσο δύσκολο είναι να πρέπει να θίξεις κοινωνικά ή θρησκευτικά θέματα που ίσως παρεξηγηθούν ή σχολιαστούν αρνητικά από μέρος των αναγνωστών σου

Πιστεύω πως οι αναγνώστες μου ζουν στον κόσμο τον οποίο περιγράφω, οπότε και να μην μοιράζονται τις απόψεις των χαρακτήρων μου, τουλάχιστον τις αποδέχονται ως υπαρκτές, ως απόψεις που συναντούν και οι ίδιοι στην καθημερινότητά τους, οπότε δεν τους είναι ξένες. Πάντοτε προσπαθώ τα θέματα που θίγονται να μην περνούν με τρόπο “δασκαλίστικο”. Πιστεύω ότι ο τρόπος είναι που ξενίζει περισσότερο.

Θα μπορούσες να ζήσεις στο κέντρο της Αθήνας;

Θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε δεν υπάρχουν τεράστιες αράχνες και οι κατσαρίδες (επειδή μιλάμε για Ελλάδα) είναι σε ανεκτό μέγεθος.

Ζεις όμως πλέον στην Ελευσίνα, μετά την επιστροφή σου από την Σουηδία και έχω την αίσθηση πως είναι μια ζωή που σε βοηθάει πολύ να δημιουργήσεις;

Έχω βρει ένα καλό σημείο ισορροπίας στη ζωή μου, απαραίτητο όχι μόνο για τη δημιουργία, αλλά και για την ευτυχία γενικότερα. Πολλοί φαντάζονται πως ένας δημιουργός μπορεί να γράψει, να τραγουδήσει, να συνθέσει μονάχα όταν βρίσκεται στα πατώματα -και ίσως για μερικούς όντως αυτό να ισχύει. Όχι για εμένα. Αισθάνομαι ευτυχισμένος εδώ και αυτό με έχει βοηθήσει αφάνταστα στη συγγραφή.

Έρεμπρο ή Ελευσίνα;

Ελευσίνα τον χειμώνα, Έρεμπρο το καλοκαίρι…

Κάνε μου μια αποκάλυψη για το επόμενο βιβλίο σου…

Θα πω μονάχα εφτά λέξεις: Εκτός σειράς βιβλίο, βασισμένο σε πραγματική ιστορία.

Info:

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης ζει μεταξύ Ελλάδας, Σουηδίας και ΗΠΑ. Ταξιδεύοντας με το τρένο από το Έρεμπρο προς τη Στοκχόλμη, συνάντησε τυχαία τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αποφάσισε να αφηγείται τις ιστορίες του. Μέχρι τώρα, έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία του, στα πρότυπα της Σκανδιναβικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας, από τις Εκδόσεις Διόπτρα με μεγάλη επιτυχία. Το «Μίσος», το «Κάστρο», ο «Χορός Των Νεκρών» και η «Σκιά».

 

© 2018, Giorgos Stavrakidis. All rights reserved. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια από το athensvibe.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *