Ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη για την Αθήνα

Γράφει ο Γιάγκος Πλατής

Ο Κώστας Καρυωτάκης (1896 – 1928) ήταν ποιητής και πεζογράφος. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης της Ελλάδας. Το συγκεκριμένο κείμενο δεν αποτελεί φιλολογική εξέταση στο έργο του ούτε εγκυκλοπαιδική ματιά στη ζωή και την ποιητική του ικανότητα. Το κείμενο αυτό είναι η εναπόθεση ενός από τα ωραιότερα και πιο νοσταλγικά του ποιήματα, γραμμένο για τις περιπέτειές του στην Αθήνα.

Πριν όμως διαβάσουμε το ποιήμα, αξίζουν δυο λόγια για τη σχέση του ποιητή με την πρωτεύουσα. Στα 13 του χρόνια ήρθε στην Αθήνα για 2 χρόνια (1909 – 1911) με τους γονείς και τα αδέρφια του, καθώς άλλαζαν συχνά τόπο διαμονής, επειδή ο πατέρας του εργαζόταν ως νομομηχανικός. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1914, για να σπουδάσει νομική, την οποία τελείωσε το 1917. Εκείνη την περίοδο γνώρισε το συμφοιτητή του Χαρίλαο Σακελλαριάδη και έμειναν φίλοι μέχρι το τέλος της ζωής του. Τότε, ήταν που άρχισε να δημοσιεύει και ποιήματά του σε περιοδικά και εφημερίδες. Μετά την απόκτηση του πτυχίου του, εργάστηκε ένα σύντομο χρόνικο διάστημα ως δικήγορος πριν γίνει δημόσιος υπάλληλος. Στην Αθήνα γνώρισε και τη Μαρία Πολυδούρη, με την οποία ανέπτυξαν μια μικρή σχέση και με το πέρας της παρέμειναν φίλοι. Ως δημόσιος υπάλληλος, λόγω μεταθέσεων, ερχόταν και έφευγε συχνά από την πόλη. Παρόλο που πολλές πηγές και μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν αποδεικνύουν ότι ο Καρυωτάκης ήταν ένας άνθρωπος δραστήριος, με χιούμορ, πολιτική τοποθέτηση και έντονη διασκέδαση, φαίνεται πάντα ξεκάθαρα στα ποιήματά του η μελαγχολική και γεμάτη προβληματισμό διάθεσή του. Η τέχνη, εξάλλου, μας φέρνει αντιμέτωπους με τον πραγματικό μας εαυτό. Προσπάθησε να μετατρέψει τη σκοτεινή του πλευρά σε φως και στίχο, γράφοντας για αυτά που τον ομόρφυναν και τον ασχήμυναν! Στις 21 Ιουλίου 1928, βρέθηκε νεκρός στην Πρέβεζα, ύστερα από αυτοπυροβολισμό. Ο λόγος που οδηγήθηκε στην αυτοκτονία εξακολουθεί να είναι αδιευκρίνιστος και οι υποθέσεις πολλές.

Το ποίημα ονομάζεται «Σε παλιό συμφοιτητή». Το πιθανότερο είναι να το έγραψε για κάποιο παλιό φίλο ή για το Σακελλαριάδη αναπολώντας τα φοιτητικά χρόνια και αναμένοντας την επόμενη μετάθεση… Το έργο συμπεριλήφθηκε στην ποιητική του συλλογή «Νυπενθή».

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

Αφιερωμένο σε όσους βρίσκονται μακριά από τις πόλεις τους, σε όσους φεύγουν αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, στους φοιτητές που τελειώνουν τη σχολή τους και ξαναγυρίζουν στη μητέρα πόλη τους και σε όλες τις παλιές ιστορίες που μένουν ανεξίτηλες στο χρόνο και ποτέ λησμονημένες, ιστορίες που φτιάχτηκαν με αγκαλιές, κρασιά και τραγούδια.

© 2017, Μιχάλης Βούρκος. All rights reserved. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια από το athensvibe.gr