Η σφαίρα.

athensvibe

Στο πάρκο επικρατεί απόλυτη ησυχία τα μεσάνυχτα. Μουσική ακούγεται ελαφρά από τα ακουστικά μου και ένας κρύος φθινοπωρινός αέρας με διαπερνάει. Όλη μέρα σήμερα έχω διαρκώς την εντύπωση πως κάποιος με ακολουθεί. Στο δρόμο για το σπίτι νιώθω δυο μάτια καρφωμένα πάνω μου. Όμως όποτε γυρνάω να κοιτάξω, το μόνο που αντικρίζω είναι σκιές. Σκιές που μοιάζουν με τη δική του.

Πλησιάζοντας στο σπίτι μου το νιώθω όλο και πιο έντονα. Μέσα στο σκοτάδι βλέπω τη μορφή ενός άντρα να κοιτάζει προς το μέρος μου. Δε μπορώ να διακρίνω χαρακτηριστικά μα κάτι πάνω του μοιάζει οικείο. Αρχίζει να με πλησιάζει και το βήμα μου γίνεται όλο και πιο γρήγορο. Μαζί με το δικό μου όμως, ακολουθεί και το δικό του. Αρχίζω να τρέχω και εκείνος το ίδιο. Μπαίνω λαχανιασμένη στο σπίτι και πριν προλάβει να κλείσει η πόρτα μπαίνει μέσα. Ανεβαίνω τις σκάλες και ακούω το βαρύ βήμα του να πλησιάζει. Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου και μπαίνω μέσα αλλά με προλαβαίνει πριν καταφέρω να την κλείσω. Σπρώχνω την πόρτα με όση δύναμη έχω αλλά την ανοίγει όλο και πιο πολύ. Δεν έχω καταφέρει να ανάψω ούτε το φως. Προσπαθώ να δω το πρόσωπο του αλλά δε μπορώ. Ακούγεται μόνο η βαριά ανάσα του και ο ήχος από τα χέρια του που χτυπάνε την πόρτα. Βρίσκω τη δύναμη και την κλείνω και εκείνος τη χτυπάει με μανία.

Μπαίνω στο δωμάτιο μου και ξαπλώνω στο κρεβάτι. Η πόρτα του διαδρόμου που οδηγεί στο δωμάτιο μου ανοίγει. Κουλουριάζομαι. Τον βλέπω εκεί να στέκεται, να με κοιτάει, και με ψυχρό βλέμμα σηκώνει το όπλο και με σημαδεύει. Μοιάζει με εκείνον τόσο πολύ μα όλα δείχνουν τόσο διαφορετικά πάνω του, κάτι έχει αλλάξει. Κι όμως, είναι αυτός. Ένα μπαμ διακόπτει τα πάντα.

Δε τον βλέπω. Όλα είναι μαύρα. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου πολλές φορές ώσπου βρίσκομαι στο δωμάτιο μου και πάλι. Παράξενο όμως, δε νιώθω τίποτα. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και κατευθύνομαι προς την πόρτα για να βγω στο σαλόνι. Πριν προλάβω όμως να την ανοίξω την βλέπω να ανοίγει απότομα μπροστά μου. Ήταν η μητέρα μου. Η πρώτη μου ενέργεια ήταν να της μιλήσω, αλλά δε με άκουγε. Μόνο φώναζε και έκλαιγε. Έκλαιγε τόσο δυνατά. Και τότε το είδα. Το σώμα μου δεν είχε σηκωθεί μαζί μου από το κρεβάτι. Βρισκόταν ακόμη εκεί και τα άσπρα μου σεντόνια δεν ήταν πια άσπρα. Είχαν γίνει κόκκινα, είχαν ποτίσει με αίμα. Ξαφνικά οι φωνές και τα κλάματα σταμάτησαν. Δεν άκουγα απολύτως τίποτα, μόνο τον ήχο από τις σταγόνες που έτρεχαν λίγο – λίγο στο νεροχύτη του μπάνιου. Τσικ. Τσικ. Τσικ. Πλησίασα το σώμα μου, προσπάθησα να το αγγίξω, να δω αν μπορώ να νιώσω ακόμη κάτι αλλά μάταια. Η τελευταία εικόνα μου, το βλέμμα του. Τόσο ψυχρό, τόσο άδειο. Πως μπορεί ένας άνθρωπος που θεωρούσες δικό σου να σηκώσει το όπλο και να σε σημαδέψει; Πως μπορεί να τραβήξει τη σκανδάλη χωρίς καν να το σκεφτεί ούτε για δέκα αναθεματισμένα δευτερόλεπτα; Αυτοί που αγαπάμε μας κάνουν το μεγαλύτερο κακό, το ήξερα πάντα αυτό. Αλλά κανείς δε μου είχε πει πως αυτός που θα αποφασίσεις να του δώσεις την καρδιά σου με την πρώτη ευκαιρία θα της φυτέψει μια σφαίρα και θα εξαφανιστεί. Θα ήταν στα ψιλά γράμματα μάλλον. Τα σιχαίνομαι τα ψιλά γράμματα. Δε μπορούσα πια να κλάψω, ούτε να φωνάξω. Ξάπλωσα και πάλι στο κρεβάτι, κούρνιασα στη γωνία δίπλα στο άψυχο σώμα μου και έκλεισα τα μάτια μου. Δάκρυα έτρεχαν σα ποτάμι αλλά δε με ένοιαζε. Τα έκλεισα τόσο δυνατά, δεν ήθελα να βλέπω τίποτα. Ξαφνικά νοστάλγησα αυτό το μαύρο.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά τα άνοιξα, κάπως επιφυλακτικά. Το δωμάτιο μου ήταν άδειο, το σώμα μου δεν κειτόταν άψυχο δίπλα μου και τα σεντόνια μου ήταν και πάλι άσπρα. Σηκώθηκα να βρω τη μητέρα μου όμως εκείνη κοιμόταν. Με τσίμπησα να δω αν είναι όνειρο. Το ένιωσα το τσίμπημα, ήμουν σίγουρη. Με τσίμπησα ξανά και ξανά με μανία. Κι όμως δεν είναι όνειρο. Γυρνάω στο δωμάτιο μου και ξαπλώνω στο κρεβάτι μου. «Ένας εφιάλτης ήταν», ψιθυρίζω. «Ή μήπως όχι;». Κλείνω τα μάτια μου και βλέπω τα μάτια του. Το πιστόλι να με σημαδεύει και τα μάτια του. Στη μια άκρη εκείνος και στην άλλη εγώ. Μια σφαίρα μακριά.

© 2016 – 2019, Μικαέλα Πανηγυροπούλου. All rights reserved. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια από το athensvibe.gr

Filed under unfiltered chaos

Weirdo, γατομάνα, μουσικός και συγγραφέας ενός μυθιστορήματος που δε θα τελειώσει ποτέ. Ερωτευμένη με τον έρωτα, λάτρης του vintage, των μικρών bar, του φθινοπώρου και του film-noir. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει κόψει τις παρέες με τον Ηρώδη και τη Μήδεια, και κάνει guest εμφανίσεις στο τμήμα Προσχολικής Αγωγής του Τ.Ε.Ι. Αθήνας. Αν θέλεις να τη βρεις, ακολούθα τα νιαουρίσματα.