Η μαριονέτα και το κουτί.

Το ρολόι δείχνει τρεις και είκοσι οκτώ. Το ίδιο τραγούδι παίζει στο repeat εδώ και ώρες. Οι στίχοι του τριβελίζουν το μυαλό μου. Τα παράθυρα διάπλατα ανοιχτά, ο αέρας έντονος, κρύος. Μα εγώ δεν έχω αέρα. Ασφυκτιώ. Νιώθω σα να βρίσκομαι σε ένα τετράγωνο κουτί με μια μονάχα στρογγυλή τρυπούλα στην κορυφή του, ίσα – ίσα να αναπνέω. Σύγχυση. Ώρες ώρες οι αισθήσεις μου με εγκαταλείπουν, όταν δεν έχω αρκετό οξυγόνο.

Τότε ανοίγεις το κουτί, να πάρω μια ανάσα. Με συνεφέρεις, μου δίνεις μια γουλιά νερό και πάλι από την αρχή. Με κρατάς εκεί, σα την μαριονέτα σου που το μόνο που περιμένει είναι πότε θα τη βγάλεις από αυτό το σκονισμένο και ασφυκτικό μπαούλο και θα νιώσει τον αέρα -που τόσο πολύ αγαπάει- να τη διαπερνάει.

Πνίγομαι, το καταλαβαίνεις; Με πνίγεις. Μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ. Νιώθω τα χέρια σου να πιέζουν το κεφάλι μου και από τις δύο πλευρές μη μπορώντας να αντιδράσω. Είναι βέβαια και οι φορές που με βγάζεις από το κουτί και ουρλιάζω, σε δαγκώνω, σε χτυπάω. Με όλη μου τη δύναμη. Με όση δύναμη έχω. Ουρλιάζω πως δε θα είμαι πια η μαριονέτα σου. Πως δε θα σε αφήσω να με κλειδώσεις πάλι μέσα. Πως θέλω να αναπνεύσω. Εκείνη τη στιγμή νιώθω ελεύθερη. Νιώθω εγώ.

Μια φορά θυμάμαι με άφησες για λίγο παραπάνω έξω. Σου ζήτησα να μου φέρεις ένα καθρέφτη. Ήθελα να με κοιτάξω στα μάτια. Να δω αν είμαι ακόμη εκεί. Η ψυχή του ανθρώπου βρίσκεται στα μάτια του άλλωστε. Δίστασες στην αρχή, μα μου τον έφερες. Όταν με κοίταξα δε με αναγνώριζα, έβλεπα μια άλλη. Τα μάτια μου όμως, έκρυβαν μια ελπίδα. Πάντα θα κρύβουν μια ελπίδα. Μου χαμογέλασα και άρχισα να γελάω υστερικά. Έσπασα τον καθρέφτη, πήρα ένα κομμάτι και το έσφιξα στο χέρι μου. Αίματα έτρεχαν παντού, σα νερό. Εσύ φώναζες πως είναι γρουσουζιά, πως έπρεπε να δέσεις το χέρι μου να σταματήσει η αιμορραγία και εγώ γελούσα. Γελούσα υστερικά, φώναζα, ούρλιαζα. Η αιμορραγία δεν είναι στο χέρι μου, σου φώναζα, δε το βλέπεις; Η πραγματική αιμορραγία είναι στο μυαλό μου, στην καρδιά μου. Μπορείς να δέσεις αυτά; Μπορείς να σταματήσεις την αιμορραγία;

Ήθελα να σου γεννήσω συναισθήματα όπως ο εκνευρισμός, το μίσος. Να καταλάβεις πως νιώθω. Να μπεις κι εσύ για μια φορά στο κουτί. Να αναπνέεις από αυτή την μικρή στρόγγυλη τρυπούλα. Δύσκολη η αναμέτρηση μεταξύ μας. Πολεμάμε ο ένας τον άλλον χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό. Μπήγουμε το μαχαίρι στην πληγή μέχρι να φτάσει στο κόκκαλο. Εαυτέ μου, πότε θα σταματήσουμε; Πότε θα αφήσουμε στην άκρη τα πρέπει και θα ασχοληθούμε μονάχα με τα θέλω;

Ξέρεις κάτι; Την επόμενη φορά που δε θα έχω αέρα και θα ανοίξεις το κουτί μου, πάρε με μια αγκαλιά. Να γίνουμε επιτέλους ένα. Όπως παλιά. 

Photov_ladis

© 2015, Μικαέλα Πανηγυροπούλου. All rights reserved. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια από το athensvibe.gr

Filed under unfiltered chaos

Weirdo, γατομάνα, μουσικός και συγγραφέας ενός μυθιστορήματος που δε θα τελειώσει ποτέ. Ερωτευμένη με τον έρωτα, λάτρης του vintage, των μικρών bar, του φθινοπώρου και του film-noir. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει κόψει τις παρέες με τον Ηρώδη και τη Μήδεια, και κάνει guest εμφανίσεις στο τμήμα Προσχολικής Αγωγής του Τ.Ε.Ι. Αθήνας. Αν θέλεις να τη βρεις, ακολούθα τα νιαουρίσματα.