Le petit village / Be Queer

Πέμπτη.

Ήταν η πρώτη φορά που θα κάναμε σεξ. Βασικά, ήταν η δεύτερη, αφού η πρώτη είχε γίνει στο σαλόνι, στους καναπέδες. Μου είπε «μου αρέσεις πολύ» και δεν είχα ξανακούσει ποτέ με αυτόν τον τρόπο αυτή τη φράση. Δε χρειάστηκαν προκαταρκτικά, δε θυμάμαι καν πώς  βγήκαν τα ρούχα, μόνο ότι βρεθήκαμε γυμνοί, χαμογελαστοί και αγκαλιασμένοι στον καναπέ προσπαθώντας να ξαναβρούμε τον σωστό ρυθμό της αναπνοής μας. Λίγη ώρα μετά μου ζήτησε να πάμε στην κρεβατοκάμαρα. Περπατήσαμε γυμνοί,  προσπέρασα τον χαμό που γινόταν στο  σπίτι του. Όλα μου φαίνονταν ρομαντικά, ο έρωτας που υπερνικά όλα τα εμπόδια, ή εντάξει, απλά δύο ζευγάρια ξυπόλητα πόδια που καταφέρνουν ατσούμπαλα να ισορροπήσουν ανάμεσα σε κούτες, παλιές ηλεκτρικές συσκευές και μια στοίβα άπλυτα ρούχα στο πάτωμα. Φτάνουμε στο κρεβάτι του, ήταν διπλό και τα σεντόνια τσαλακωμένα. Είχε ακόμα το πάπλωμα έξω και μια  μάλλινη, παλιά κουβέρτα. Ξάπλωσε και με τράβηξε πάνω του. Αρχίσαμε  να φιλιόμαστε. Κρατούσε το κεφάλι μου στις χούφτες του και κάθε τόσο με σταματούσε, απομάκρυνε το στόμα μου από το δικό του, άνοιγε τα μάτια, με κοίταζε και μου έλεγε «τι όμορφη που είσαι» και συνέχιζε να με φιλάει. Όταν αυτονομήθηκε το κεφάλι μου, η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό  ήταν να ασχοληθώ με το δικό του. Κατέβηκα νωχελικά και  ταυτόχρονα αισθαντικά, χωρίς να απομακρύνω τα χείλη μου από την επιδερμίδα του. Βρέθηκα ανάμεσα στον καβάλο του και ξεκίνησα να τον φιλάω και να τον γλείφω. Τότε σηκώθηκε μέχρι τη μέση και ξεκίνησε να με σκεπάζει με το σεντόνι. Κάλυψε τα πόδια, τη μέση, την πλάτη και το κεφάλι μου. Το σεντόνι έφτανε πια μέχρι τον αφαλό του και τον άκουγα να αναστενάζει με ευχαρίστηση χωρίς να μπορώ να τον δω.

«Ώπα ρε μαλάκα, σε σκέπασε  με το σεντόνι, ενώ τον έγλειφες; Τι φάση;», ρωτάει η Δανάη.

«Ναι κάθε φορά το έκανε αυτό. Γενικά δε με άφηνε πολλές φορές να του κάνω στοματικό, αλλά όποτε το είχα κάνει με κάλυπτε με το σεντόνι», λέει η Αλίκη σχεδόν απολογητικά.

«Καλά, δε σου φάνηκε περίεργο; Δεν τον ρώτησες ποτέ;», αναρωτιέται η Χαρά.

«Ναι αμέ. Μου είχε πει ότι αυτά τα κάνουν οι πουτάνες κι ότι δε θέλει να βλέπει την κοπέλα του να κάνει τέτοια πράγματα», απαντάει η Αλίκη και σηκώνει τους ώμους της σα να μην καταλαβαίνει.

«Δημήτρη, φέρε να βάλω λίγη τεκίλα στη λεμονάδα. Δε μπορώ να τα ακούω νηφάλια αυτά», λέει η Χαρά. Ο χυμός στο «Μικρό Χωριό» της Φωκίωνος είχε καταφέρει να περάσει την αψάδα του τζίντζερ και του λεμονιού στην κουβέντα των κοριτσιών που είχαν περικυκλώσει ένα από τα λίγα λευκά τραπέζια του αγαπημένου τους καφέ. Η Αλίκη αποφάσισε να μιλήσει λίγο πιο ανοιχτά για τον «ονειρεμένο» πρίγκιπα που την είχε παρατήσει μετά από έναν χρόνο στον οποίο έζησαν μαζί το απόλυτο παραμύθι και τον ιδανικό έρωτα. Ή έτσι ένιωθε γι’αυτό που ζούσε μέχρι να ξεφορτωθεί το σεντόνι της παράνοιας και του συντηρητισμού με το οποίο την είχε σκεπάσει ο Αλέξανδρος.

«Ξέρεις τον βρήκα στο Tinder τις προάλλες», λέει η Χαρά. «Και σκέφτηκα να του κάνω swipe right,  αλλά με συγκράτησε η Δανάη. Θέλω να του σπάσω τη μούρη του κομπλεξικού».

«Λες να έχει βρει άλλη;», ρωτάει η Αλίκη

«Και τι φοβάσαι; Μην  τη σκεπάσει με το ίδιο σεντόνι όταν του παίρνει πίπα; Μα τι σου άρεσε σ’ αυτόν;», αναρωτιέται εύλογα η Δανάη.

«Ένιωθα ότι με πρόσεχε, μου άφηνε χαριτωμένα post-it στο ψυγείο όταν έφευγε για δουλειά και μιλούσε συχνά για τα παιδιά που θα κάναμε. Ή για το ότι ήμουν η πιο όμορφη όλου του κόσμου. Μπροστά σ’ αυτά δε με πείραζε που το σεξ έμοιαζε σαν να ήμασταν 20 χρόνια παντρεμένοι. Πάντα μόνο στην κρεβατοκάμαρα και σε 3-4 συγκεκριμένες στάσεις», θυμάται η Αλίκη, σε έναν τόνο που μοιάζει σαν να τα αναπολεί.

«Πραγματικά δεν έχω ιδέα για ποιο λόγο κλαίγεσαι από τότε που σε χώρισε. Ο τύπος δεν άξιζε ούτε τον χρόνο σου, και φυσικά ούτε το σάλιο σου – καταλαβαίνεις», λέει η Χαρά και πίνει μια ακόμα ρουφηξιά από το Melon Lemon της. «Εγώ χτες έδωσα το τηλέφωνό μου σε έναν τύπο που γνώρισα στο δρόμο. Σώσαμε μαζί ένα γατάκι».

AWWWWWW – ακούστηκαν Αλίκη και Δανάη με ένα στόμα μια φωνή, ενώ βρέθηκαν με τις παλάμες τους σφιχτοδεμένες και τα κεφάλια τους να ακουμπάνε το ένα το άλλο.

«Ναι, μη χαίρεστε. Πάνω που νόμιζα πως ήταν ο άντρας της ζωής μου, μου είπε ότι είναι ναυτικός κι ότι έχει και γκόμενα. Θα βγούμε αύριο».

«Τι; Γιατί να βγείτε αφού έχει κοπέλα ρε Χαρά;», λέει η Αλίκη που το έχει πάρει προσωπικά.

«Δεν ξέρω. Μισή ντροπή δική του, μισή δική μου», εξηγεί η Χαρά.

Η Δανάη την κοιτάζει με νόημα. «Πάλι καλά συγκρατήθηκες και δε βγήκες με τον Αλέξανδρο».

«Γιατί; Αυτός μόνος πρέπει να ‘ναι», απαντάει η Χαρά και περιμένει την αντίδραση της Αλίκης – η οποία δεν έρχεται ποτέ.

Πίσω στο σπίτι, η Χαρά ανοίγει το μήνυμα που της έστειλε η Αλίκη λίγο πριν κοιμηθεί. «Να ξέρεις είμαι ακόμα ερωτευμένη μαζί του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά πίστευα ότι είχα βρει αυτό που ήθελα. Αν τώρα θες τόσο να βγεις μαζί του δε θα σε εμποδίσω, αλλά για μένα κάθε τύπος με τον οποίο έχεις κάνει κάτι είναι απαγορευμένη ζώνη. Σ’ αγαπώ περισσότερο από τον μαλάκα. Ελπίζω να μ’αγαπάς κι εσύ».

Την άφησε στο «Διαβάστηκε», ακούμπησε το κινητό στο κομοδίνο της και γύρισε πλευρό. Κοιμάται πάντα σε εμβρυακή στάση, αυτή είναι που τη βολεύει περισσότερο τα τελευταία δυόμισι χρόνια.

Παρασκευή.

Η μέρα που περιμένει τις προηγούμενες πέντε – ναι, και τις Κυριακές, περιμένουμε ήδη την επόμενη Παρασκευή να έρθει – είναι εκείνη που δε θέλεις να φτάσει ποτέ στο τέλος της. Μετά τη δουλειά, περπατάει προς το σπίτι, ενώ σκέφτεται ποιον συνδυασμό μαύρου και γκρι θα φορέσει απόψε. Το σούρουπο, είναι πράγματι η «χρυσή ώρα» της μέρας γιατί όλα δείχνουν ομορφότερα απ’ ό,τι είναι και η ατμόσφαιρα είναι λες και προορίζεται για να ερωτευτεί κανείς: στις 8 ερωτεύεσαι την πόλη και κατά τις 11 είναι μια καλή ώρα να αρχίσεις να ερωτεύεσαι τους ανθρώπους της.

Ένα μίνι μαύρο φόρεμα και ένα μακρύ κοντομάνικο μαύρο σακάκι της μαμάς της, μαζί με τα αγαπημένα της, χοντροκομμένα τακούνια, μοιάζουν με ένα ιδανικό ντύσιμο για τη μπύρα του ραντεβού στο Blue Bird. Ο πεζόδρομος της Ηπίτου ήταν πάντα το αγαπημένο της στενό στην πόλη και πάντα χάζευε τις γύρω πολυκατοικίες αδημονώντας για εκείνο το «Ενοικιάζεται» που θα την ελευθερώσει από τη συγκατοίκηση με τη μαμά της. Η τζαζ, τα πολύχρωμα φωτάκια, το βλέμμα της Grace Jones που μοιάζει να συμμετέχει σε κάθε μεταμεσονύχτιο φλερτ, αλλά και το φανταστικό τζιν, δημιουργούν μια συγκυρία σε αυτό το μπαρ, η οποία δύσκολα μπορεί να πλαισιώσει ένα κακό ραντεβού. Η αποτυχία θα είναι πια απόλυτα προσωπική μας υπόθεση. Ο Σταύρος κάθεται ήδη στη μπάρα που βρίσκεται στο παράθυρο, για να καπνίζει. Η ώρα πάει έντεκα αρκετά εύκολα, αλλά δεν δείχνει να έχει αρχίσει να τον ερωτεύεται. Ούτε καν κάτι κοντά σε αυτό: μια σπίθα ενθουσιασμού, ένα ψήγμα πάθους έστω. Τίποτα. Ο ναυτικός προσπαθεί με πολύ ζήλο να κερδίσει τη γοργόνα, αλλά εκείνη αποφασίζει να δώσει μια άλλη εξέλιξη στο ραντεβού τους, αφού αυτή η απλή μπύρα δεν της προσφέρει τίποτα περισσότερο από συχνοουρία.

«Πάμε, έχω μια ιδέα», του λέει και τον αρπάζει από το χέρι, ενώ το ταξί τους περιμένει ήδη στη γωνία. «Στο Γκάζι,  στην Ταινιοθήκη», λέει και τον κοιτάζει χαμογελώντας πονηρά.

«Πού..;»

«Σσστ, θα δεις»,  του λέει και κοιτάζει μπροστά.

Στην αρχή της Κελεού, μια προστακτική σε βάζει ήδη σε ένα πιο φιλελεύθερο κλίμα. «Φτάσαμε στο Be Queer», του λέει και περιμένει την αντίδρασή του. Δεν παίρνει καμια απάντηση και συνειδητοποιεί ότι δεν έχει ιδέα για το queer club της Αθήνας. «Αυτό πολύ θέλω να το δω», σκέφτεται και πλησιάζει στην πόρτα για να πάρουν τη σφραγίδα της εισόδου τους. «Έχουν drag show οι φίλοι μου σήμερα, έλα θα γελάσεις», του λέει χωρίς καμια ιδιαίτερη σιγουριά.

Μέσα στο μαγαζί όλοι είναι κεφάτοι, χορεύουν Dua Lipa, χρησιμοποιούν τις κολώνες για τις πιο ευφάνταστες χορευτικές πόζες τους και η σκηνή περιμένει τη Φιλοθέη και τη Chraja να ξεκινήσουν το σόου τους. Ο Σταύρος πίνει το ποτό του και δείχνει χαμένος.

«Πού είμαστε; Τι είναι εδώ;»,  αναρωτιέται και αμέσως το βλέμμα του σταματάει να επεξεργάζεται τον χώρο και τον κόσμο και παγώνει σε ένα σημείο. «Η κοπέλα μου. Πάμε να φύγουμε».

«Όχι, γιατί; Μην αγχώνεσαι», λέει άνετη, σχεδόν ανακουφισμένη η Χαρά.

«Λυδία, από ‘δω η Χαρά», λέει ο Σταύρος τραυλίζοντας.

«Ήμασταν μαζί στο φροντιστήριο και τον πέτυχα εδώ απ’ έξω. Χάρηκα. Ο φίλος σου;»

«Ο κολλητός μου ο Λουκάς. Χαρήκαμε κι εμείς. Πώς και βρεθήκατε εδώ;», λέει η Λυδία και δίνει ένα πεταχτό φιλί στον Σταύρο.

«Έρχομαι συχνά εγώ εδώ. Μου αρέσει πολύ. Εσείς;», ρωτάει η Χαρά απευθύνοντας τον λόγο στον Λουκά.

«Εμείς πρώτη φορά. Μας το πρότεινε η φίλη μας η Ρόη», λέει και κάνει νόημα δείχνοντάς μας μια κοπέλα στο βάθος. «Φάση έχει και τέλεια μουσική», της λέει και χαμογελάει με την πιο ωραία οδοντοστοιχία που έχει δει ποτέ στις φωτογραφίες των οδοντιατρικών περιοδικών.

Για λίγο η μουσική χαμηλώνει στα αυτιά της, και εκείνη ακούει μόνο τη χροιά του Λουκά. Τα μάτια του είναι πεντακάθαρα και ειλικρινή. Δεν έχει ξαναδεί κάποιον να την κοιτάζει με  τόσο αληθινό βλέμμα.

Η ώρα περνάει και η Χαρά συνειδητοποιεί γύρω στις 2 το ξημέρωμα ότι αυτό είναι τελικά ένα πολύ ωραίο ραντεβού. Με κάποιον άλλον βέβαια απ’ αυτόν που είχε κανονίσει να βγει, αλλά δεν έχει καμία σημασία. Χορεύει με τον Λουκά σε ρυθμούς Britney Spears και Madonna και κανείς τους δε δείχνει να ντρέπεται που περνάει καλά με αυτό. Απελευθερωμένοι από κάθε κόμπλεξ επιστρατεύουν τις πιο γελοίες χορευτικές φιγούρες που μπορούν να σκεφτούν και ξεκινούν ένα άτυπο battle μεταξύ τους. Γύρω τους σιγα σιγά σχηματίζεται ένας κύκλος από πολύχρωμους ανθρώπους που τους πετούν glitter και φωνάζουν ρυθμικά. Οι δυο τους γελούν και δεν λένε να πάρουν ο ένας τα μάτια του από τον άλλον. Όταν πια τελειώνει και το Dirty της Christina Aguilera, έχουν λαχανιάσει και ιδρώσει για τα καλά. Την πιάνει από το χέρι και την τραβάει προς την  πόρτα της εξόδου. Κάθονται στο πεζοδρόμιο ακριβώς έξω από το μαγαζί και σκάνε στα  γέλια.

«Να σε πάω σπίτι σου;», προσφέρεται  εκείνος.

«Τα παιδιά;»

«Έφυγαν πριν ώρα. Δεν τους πήρες χαμπάρι;»

«Ποτέ. Φύγαμε».

Στο δρόμο ακούν τζαζ και  κουνούν ρυθμικά τα κεφάλια τους. Τα παράθυρα είναι ανοιχτά και η Χαρά παίζει με τον αέρα που χαϊδεύει τα δάχτυλά της, ενώ παρατηρεί ότι ξημερώνει κι  ότι δε θέλει να τελειώσει αυτό το βράδυ. «Φτάσαμε. Σ’ ευχαριστώ. Θα σου έλεγα να έρθεις πάνω…»

«Δε θέλω. Προτιμώ να σε ξαναδώ αύριο»,  της λέει ο Λουκάς χαμογελώντας από απόσταση, ενώ δεν κάνει καμία κίνηση να την πλησιάσει.  

«Αύριο δε μπορώ, αλλά να μιλήσουμε για να το κανονίσουμε;», λέει, ενώ αναρωτιέται πώς γίνεται να μην έχει κάνει καμια κίνηση να τη φιλήσει όλο το βράδυ.

«Ναι φυσικά»,  λέει και της γράφει το τηλέφωνό του.

Τι να κάνει η Χαρά; Να τον φιλήσει ή να πει καληνύχτα και να φύγει; Επίλεξε τη συνέχεια της ιστορίας μέσω Instagram stories.

-to be continued.

© 2020, Marion Palioura. All rights reserved. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια από το athensvibe.gr