Μιχαλακοπούλου

Ξημερώνει Τετάρτη και η ζωή μοιάζει να είναι μικρότερη απ’ όσο κανείς υπολόγιζε, αν την ξοδεύεις σε κακά ραντεβού. «Λυπάμαι, αλλά εμείς οι λαϊκές έχουμε αλλεργία στα ΒουΠου, θα προτιμούσα να φύγεις και εγώ να μείνω στα πέριξ του κέντρου. Ευχαριστώ γι’ αυτό το βράδυ», ψιθυρίζει στο ροζ αυτί του Αντώνη, παίρνει μια γερή δόση από το άρωμά του ρουφώντας με τη μύτη της και βγαίνει από το ασανσέρ. «Όπως νομίζεις», της λέει εκείνος και φτιάχνει το ρεβέρ του.

Στέλνει στον Παύλο ο οποίος έχει προπορευτεί και την περιμένει με τη μηχανή του στη γωνία Μητροπόλεως και Βουλής, εκεί στα τουριστικά σουβλάκια. «Το ‘ξερα πως θα ‘ρθεις. Ανέβα». Η σιγουριά του είναι ταυτόχρονα εκνευριστική και ερεθιστική. Με αντίστοιχη αυτοπεποίθηση την αντιμετωπίζει και στο κρεβάτι και αυτό είναι κάτι που δε βαριέται ποτέ. Κάνουν μια στάση στη Μιχαλακοπούλου. Αυτή η καντίνα έχει τις πιο νόστιμες κοτομπουκιές που μπορεί να φάει κανείς μετά τα μεσάνυχτα. Φτάνουν στο σπίτι του, στο Μετς  και αποφασίζουν να κάψουν όσες περισσότερες θερμίδες μπορούν για να μην έχουν τύψεις για το βραδινό τους. Ή έτσι θα πουν αν χρειαστεί να δικαιολογηθούν σε κάποιον για τις πράξεις τους.

«Και για πες, γιατί δε βγήκε μ’ αυτόν; Θέλω πολύ να σε δω ευτυχισμένη με κάποιον», λέει  ο Παύλος.

«Δεν ήταν για να βγει μωρέ. Αφού ξέρεις τι κυκλοφορεί εκεί έξω. Εμείς γιατί δεν έχουμε βγει ποτέ ένα ραντεβού;», αναρωτιέται για πρώτη φορά δυνατά, ενώ έχει μεταφερθεί νοητά σε κάποια πόλη της Σουηδίας.

«Έλα ντε. Δεν έτυχε.», της λέει και σκύβει να τη φιλήσει.

Είναι τρομακτικά οικείο όλο αυτό μαζί του, αλλά ταυτόχρονα και αποκαρδιωτικα ξένο. Οι στιγμές με τον Παύλο την κάνουν να αναρωτιέται τι πραγματικά πιστεύουν οι άλλοι για εκείνη.

 «Καλύτερα να φύγω»

«Μείνε, θέλω να σου φτιάξω καφέ το πρωί».

«Θέλει να κοιμηθούμε μαζί, να αγκαλιαζόμαστε όλη νύχτα, αλλά να πιούμε ένα ποτό να γνωριστούμε καθιστοί με ένα τραπέζι μπροστά μας δεν θέλει», σκέφτεται και ζυγίζει τις πιθανότητες από μέσα της. «Μπα, καλύτερα να μου τον φτιάξει η μαμά μου. Τα λέμε», ξεστομίζει τελικά.

Δέκα  βήματα τη χώριζαν από το χερούλι  της εξώπορτας όταν ανάμεσα σε δύο φουντωμένους θάμνους βρέθηκε μια ακόμα αφορμή να την καθυστερήσει. Πλησίασε γιατί άκουσε ένα χαριτωμένο κλαψούρισμα, σαν να ζητάει χάρη, και φυσικά δε μπορούσε να αρνηθεί την προσοχή της σε ένα μικρό, γκρι-τιγρέ γατάκι. Ήταν μωρό και  μόνο του, αλλά και η Χαρά έτσι ένιωθε μπροστά του. Δεν είχε ιδέα τι μπορούσε να κάνει για να το βοηθήσει. Άσε που μπορεί να είναι προϊόν των γατίσιων πράξεων που την ξυπνούν κάθε πρωί από τις φωνές που τις συνοδεύουν. Λίγα δευτερόλεπτα μετά  χρειάστηκε να λογοδοτήσει για την παρουσία της εκεί.

«Δικό σου είναι;»

«Όχι απλά το βρήκα εδώ και σκέφτηκα να βοηθήσω,  αλλά δε μπορώ να το πάρω σπίτι. Μπορείς εσύ;», απάντησε πριν προλάβει καν να δει ποιος της είχε απευθύνει τον λόγο.

Ο χρόνος παγώνει – Η φαντασίωση της στιγμής: ένας υπέροχος τύπος που κάπως μοιάζει με ένα από τα αδέρφια Hemsworth, με την χρυσή καρδιά του πρίγκιπα κάποιου παραμυθιού, εκδηλώνει την αγάπη του για τα ζώα, υιοθετούν το γατάκι και έζησαν, ως μια  αγαπημένη και ερωτευμένη οικογένεια, αυτοί καλά  και εμείς καλύτερα.

Πίσω στην σκληρή πραγματικότητα, ο πρίγκιπας- διασώστης ανήμπορων γατιών, δεν έμοιαζε και πολύ με αυτό που είχε φανταστεί. Παρόλ’ αυτά, τα μάτια του ήταν σχεδόν ίδιο χρώμα με αυτά του ζώου που της είχε κλέψει την καρδιά, οπότε γιατί να καταφέρει κι αυτός το ίδιο; Άλλωστε ήταν όλα ειδυλλιακά: εκείνη, εκείνος και η εγκατάλειψη που θα μπορούσε να τους ενώσει – και του γατιού, αλλά κυρίως οι εγκαταλελειμμένες και παγωμένες μοναχικές τους καρδιές, οι οποίες ούσες απογοητευμένες από την προχειρότητα και την επιφανειακή φύση του σύγχρονου έρωτα, καρτερούν απεγνωσμένα το άλλο τους μισό, πλάι στο οποίο μπορούν να σκιρτήσουν με ασφάλεια. Ή κάτι τέτοιο.

Ο  Σταύρος ήταν πολύ τρυφερός με το μικρό γατάκι. Ήξερε καλά τι έπρεπε να κάνει και το πήρε αμέσως στην αγκαλιά του.

«Είναι πολύ μικρό, πώς να βρέθηκε εδώ μόνο του;», αναρωτήθηκε ενώ η Χαρά έπλαθε στο μυαλό της το love story τους.

«Δυστυχώς δε μπορώ να το πάρω σπίτι. Εσύ μπορείς; Μένεις μόνος;», ρωτάει με ξεκάθαρο το πίσω κείμενο της απορίας της.

«Λείπω πολλές  ώρες δυστυχώς,  δεν θα είναι εύκολο».

Προχωρούν λίγα βήματα και όσο εκείνος μιλά για τον εαυτό του, η Χαρά τον είχε στο mute, είχε αντικαταστήσει τη φωνή του με Madrugada και έβλεπε τις παλάμες και τα χέρια του να μεγαλώνουν και να χωράνε όλα τα παρατημένα ζωάκια του κόσμου στην αγκαλιά του – μαζί μ’ εκείνη εννοείται. Τον βλέπει να σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του και να αφήνει το γατάκι  να περάσει μέσα από μια καγκελόπορτα που οδηγεί σ’ έναν μικρό κηπάκο.

 «Την κάναμε την  καλή μας πράξη και σήμερα»,  λέει και χαμογελάει πλατιά, ενώ τη συνοδεύει μέχρι το σπίτι της.

«Εδώ είμαστε. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες με το γατάκι. Χάρηκα.», είπε και ξεκλείδωσε όσο πιο αργά γινόταν την εξώπορτα της πολυκατοικίας, για να του δώσει χρόνο να σκεφτεί. Να σκεφτεί τα λάθη, τη μοναξιά, τον χρόνο που περνάει τόσο γρήγορα, το πεπρωμένο του, ότι είναι όλα όσα φανταζόταν.

 «Ξέρεις, σκέφτηκα ότι θα είναι βλακεία να μην πάμε έστω  για έναν καφέ. Σώσαμε ένα γατάκι σήμερα μαζί, είναι γραφτό» της λέει.

 Ιαχές και ψαλμωδίες Χερουβείμ, πλανήτες, άστρα και παράλληλα σύμπαντα σε ορθόδρομη πορεία και συμμαχία, σαμπάνιες ανοίγονται και κομφετί σκορπίζονται σε κάθε ερωτική φωλιά, ο Νίκολας Σπαρκς πιάνει ξανά την πένα του.

 «Βασικά γιατί δεν περπατάμε λίγο ακόμα;». Για κάποιο λόγο το να γεννηθεί ένα ρομάντζο το ξημέρωμα, την έκανε να ελπίζει ξανά. «Με τι ασχολείσαι;», τον ρωτάει.

Μαθαίνει ότι είναι ναυτικός και αναγκάζεται να λείπει εξάμηνα και οκτάμηνα στη θάλασσα. Επίσης, έχει και κοπέλα, με  την οποία είναι από το σχολείο μαζί, αλλά «ξέρεις μωρέ τώρα  πώς είναι με τις μεγάλες σχέσεις.  Θέλεις να χωρίσεις, αλλά η συνήθεια δε σε αφήνει. Χρειάζεσαι μια καλή αφορμή για να το κάνεις». «Αχα, ξέρω. Τέλεια θα πάει αυτό», σκέφτεται, ίσως και φωναχτά. Παίρνει μερικά δευτερόλεπτα και αναρωτιέται πόσο χρειάζεται να διψάς για συντροφιά, έρωτα, πάθος,  παραμύθι για να επιτρέπεις στον εαυτό σου να ελπίζει έστω και για τόσο λίγο, τόσα  πολλά, με κάποιον που μόλις γνώρισε. Παράλληλα πόσο δυνατά μπορεί να γελάει το σύμπαν μαζί της και να μην ακούγεται καν;

Η ώρα έχει πάει επτά το πρωί. Ο γείτονας έχει βγει με τον σκύλο του και ταυτόχρονα μιλάει πάλι στο τηλέφωνο. Οι γέροι πάλι συγκεντρώνονται και σχηματίζουν μια κουρασμένη ουρά έξω από την Άλφαμπανκ. Ο Σταύρος δεν χάνει το κουράγιο του και συνεχίζει την κουβέντα με το φως του ήλιου – το οποίο συνηθίζει να γκρεμίζει κάθε παραμύθι που οικοδομήθηκε τη νύχτα.

Τα λεπτά περνούν βασανιστικά αργά, αφού εκείνος την ενημερώνει για τις τελευταίες κυκλοφορίες στην έντεχνη μουσική σκηνή – που ποτέ δεν την αφορούσε, ενώ εκείνη προσπαθεί να ξεπεράσει όλα τα μηνύματα που της στέλνει το απόλυτα κυκλοθυμικό  σύμπαν. Είχε μόλις ζήσει ακόμα ένα ραντεβού που από  σενάριο χολυγουντιανού ρομάντζο,υ κατάντησε αστείο στο οποίο χρειάζεται να δώσεις εξηγήσεις για να γελάσει κάποιος. Όλοι ξέρουμε πόσο  αποτυχημένα είναι αυτά τα ανέκδοτα. Και κυρίως αυτοί που τα λένε. Ο  Σταύρος δείχνει να είναι τέτοιος, αλλά δε διστάζει να της ζητήσει το τηλέφωνό της.

Να του το δώσει; Επίλεξε τη συνέχεια της ιστορίας μέσω Instagram stories.

-to be continued.

© 2020, Marion Palioura. All rights reserved. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια από το athensvibe.gr