Όνειρο χειμερινής νυκτός

Ξεκίνησε ως μια συνηθισμένη μέρα. Ξύπνησα το πρωί, έφαγα, έκανα τις δουλειές μου και όταν έφτασε το βράδυ βγήκα μια βόλτα. Άκουσα μουσική, είδα μια ταινία και όταν πήγε τέσσερις, έπεσα για ύπνο.

Δεν ήξερα πως θα σε δω. Είχα τόσο καιρό να σε δω και ομολογώ πως είχα ξεχάσει πώς ήταν εκείνο το συναίσθημα που με έκανες να νιώθω. Πώς το λένε να δεις; Πεταλούδες στο στομάχι; Πιο πολύ με κόμπους έμοιαζε. Και όταν έφυγες μετατράπηκε σε απέραντο κενό. Φυσικά δε σε είδα πραγματικά. Μόνο στον ύπνο μου.

Θα μου πεις φαίνεται χαζό αυτό που λέω. Αλλά είναι η πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό που το ένιωσα τόσο αληθινό. Σα να ήσουν όντως εκεί μαζί μου. Σα να είχες έρθει πραγματικά για να με βρεις κι ας είχες αργήσει τόσο. Εμφανίστηκες ξαφνικά μπροστά μου και είχες τις απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις μου. Ή τουλάχιστον σα να είχες έρθει για να μου πεις εκείνο το αντίο που δεν είπες ποτέ. Ένιωσα όπως τότε, στην αρχή. Που με κοιτούσες και ένιωθα ρίγη σε όλο το σώμα μου. Που με κοιτούσες λες και ήμουν μόνο εγώ εκεί για σένα. Κανένας άλλος γύρω μας. Σε ένα μεγάλο χώρο, γεμάτο ανθρώπους αλλά για εμάς ήταν αόρατοι.

Αλλά ήταν διαφορετικά από την πρώτη φορά. Γιατί τώρα σε ήξερα και με ήξερες. Ξέραμε και οι δύο το τραγούδι, τους στίχους, τη μελωδία και τι σήμαινε αυτό για εμάς. Ή μάλλον τι σήμαινε αυτό για μένα.

Με χάιδεψες στο πρόσωπο και μου είπες πως όλα θα πάνε καλά. Και εκείνη τη στιγμή ένιωσα πραγματικά πως όλα θα πάνε καλά. Μου είπες πως δε θέλεις να με βλέπεις στεναχωρημένη και με πήρες αγκαλιά. Μια αγκαλιά που κράτησε λίγο αλλά αν μου δινόταν η ευκαιρία θα έμενα εκεί για πάντα. Μέχρι το τελευταίο αναθεματισμένο δευτερόλεπτο της ζωής μου. Σου είπα πως αν είχες σκοπό να φύγεις πάλι, καλύτερα να φύγεις τώρα, πως δε θα άντεχα να σε χάσω πάλι. Χαμογέλασες. Δεν είπες τίποτα και με έπιασες από το χέρι. Μπήκαμε στο αμάξι και πήγαμε στο μέρος που είχαμε βρεθεί οι δυό μας την πρώτη φορά. “Μου είπες θα φύγω χθες το βράδυ ξαφνικά, απλώς κουράστηκα δε φταίω για όλα αυτά” τραγουδούσε ο Σιδηρόπουλος από τα ηχεία μέσα στο μικρό μπαράκι στην πλατεία Μαβίλη, όπως τότε. Και ένιωσα την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Ήξερα πως όλο αυτό θα κρατούσε λίγο.

Προς στιγμήν σκέφτηκα να σηκωθώ και να φύγω. Να εξαφανιστώ όσο είναι νωρίς και να γλιτώσω τον εαυτό μου από όλα αυτά που θα ακολουθούσαν. Τη στιγμή που πήγα να φύγω όμως άρχισε να παίζει το κομμάτι μας. Το κομμάτι που δε θα ονομάσω γιατί το ξέρεις και το ξέρω. Το μόνο κομμάτι που πιστεύω πάντα θα θυμίζει εσένα, και θέλω να πιστεύω πως θα θυμίζει και εμένα. Και δε μπόρεσα. Κάθισα μαζί σου, σιγοτραγουδούσαμε, γελούσαμε και ήσουν αστείος και τόσο ερωτεύσιμος όπως τότε. Αλλά ήταν διαφορετικά από την πρώτη φορά. Γιατί τώρα σε ήξερα και με ήξερες. Ξέραμε και οι δύο το τραγούδι, τους στίχους, τη μελωδία και τι σήμαινε αυτό για εμάς. Ή μάλλον τι σήμαινε αυτό για μένα.

Για μια στιγμή, εκείνα τα αναθεματισμένα δευτερόλεπτα πριν ξυπνήσω, ήμουν ευτυχισμένη. Ένιωσα πως ο νέος χρόνος ξεκινούσε με τον καλύτερο τρόπο. Πως όλα θα πήγαιναν καλά, όπως μου είχες πει.   Εκείνη τη στιγμή άνοιξα όμως τα μάτια μου. Όλα ήταν σκοτεινά γύρω, και βρισκόμουν στο δωμάτιο μου. Κανένα ίχνος σου, πουθενά. Τότε συνειδητοποίησα τι συνέβαινε. Τότε κατάλαβα πως ήταν όνειρο. Τι θα μπορούσε να είναι άλλωστε; Αφού δεν είσαι εδώ, και δεν ακούω τη φωνή σου να μου λέει πως όλα θα πάνε καλά. Γιατί δε θα πάνε. Άλλο τα όνειρα και άλλο η πραγματικότητα. Χαμογέλασα για ένα λεπτό στη θύμιση σου, και έκλεισα και πάλι τα μάτια μου. “Καληνύχτα”, είπα, σα να το έλεγα σε σένα. Καληνύχτα.

– 5:45 π.μ.

© 2015, Μικαέλα Πανηγυροπούλου. All rights reserved. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια από το athensvibe.gr

Filed under stories

Weirdo, γατομάνα, μουσικός και συγγραφέας ενός μυθιστορήματος που δε θα τελειώσει ποτέ. Ερωτευμένη με τον έρωτα, λάτρης του vintage, των μικρών bar, του φθινοπώρου και του film-noir. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει κόψει τις παρέες με τον Ηρώδη και τη Μήδεια, και κάνει guest εμφανίσεις στο τμήμα Προσχολικής Αγωγής του Τ.Ε.Ι. Αθήνας. Αν θέλεις να τη βρεις, ακολούθα τα νιαουρίσματα.