All posts tagged: Mhtsian Manwlopoulos

Όταν κάτι χαθεί

Γράφει ο Δημήτρης Μανωλόπουλος Σήμερα ο ήλιος δεν βγήκε από την ανατολή αλλά από την δύση. Σήμερα το πρωί κάτι μέσα μου δεν ξύπνησε μαζί μου. Κάτι άλλαξε. Κάτι χάθηκε. Το πρωί ο καφές δεν ήταν γλυκός όση ζάχαρη και αν έβαλα. Κανένα τραγούδι δεν ήταν ίδιο, και ας το είχα ακούσει χθες. Ο χρόνος έφυγε γρήγορα παρόλο που δεν έκανα και πολλά. Οι σκέψεις μου είναι σε πλήρη αταξία. Το μυαλό μου επίσης. Η καρδιά εδώ και καιρό είναι ακατάστατη. Δεν είναι αυτό όμως που άλλαξε. Το φως με ενοχλεί, οι δυνατές φωνές με ενοχλούν, οι άνθρωποι, οι μυρωδιές, τα συναισθήματα, τα λόγια, οι πράξεις. Ακόμα και η σιωπή που κάποτε ήταν φίλη μου τώρα με ενοχλεί. Με ενοχλείς εσύ, αυτός, αυτή… …ο ταξιτζής που του έκανα σήμα να σταματήσει και δεν σταμάτησε, ο περιπτεράς που του είπα καλημέρα και δεν μου απάντησε, και η αίσθηση της απώλειας περισσότερο από ποτέ. Αυτό το κενό που κανείς δεν μπορεί να στο αναπληρώσει. Με ενοχλεί που χάθηκε η μαγεία!

Το γυάλινο κουτί

Γράφει ο Δημήτρης Μανωλόπουλος Η πιο ωραία φυλακή είναι αυτή που χτίζουμε οι ίδιοι για εμάς, δεν το ήξερες; Η δική μου για παράδειγμα είναι χτισμένη δίπλα στην θάλασσα και μακριά απο την πόλη. Η δικιά μου φυλακή είναι φτιαγμένη από γυαλί για να μπορώ να αγναντεύω μέχρι τον ορίζοντα. Καμιά φορά, όταν έχει φουρτούνα, τα κύματα λερώνουν το γυάλινο κελί μου, και οι διάφανοι τοίχοι του, γεμίζουν με τις σταγόνες της θάλασσας. Όμως δεν με ενοχλεί… Σαν βγει ο ήλιος, κάθε κηλίδα θα έχει εξαφανιστεί. Όπως κάθε τι εξαφανίζεται με τον καιρό. Εκτός από τις αναμνήσεις… Θα ορκιζόμουν, πως μερικές φορές, έτσι όπως ο ήλιος διαπερνά το γυαλί, τις βλέπω όλες τους εκεί. Μαζεμένες, την μία δίπλα στην άλλη, με φόντο την θάλασσα. Και ύστερα χάνονται, και μένει μόνο η θάλασσα. Πάντα μια θάλασσα. Βλέπω τα πάντα, χωρίς να με βλέπει κανείς. Ακούω τα πάντα χωρίς να με ακούει κανείς. Νιώθω τα πάντα, χωρίς να με νιώθει κανείς. Και όλα αυτά μέσα στο γυάλινο κελί μου που είναι χτισμένο δίπλα στην θάλασσα και μακριά …

Η δίνη της συναίσθησης

Γράφει ο Δημήτρης Μανωλόπουλος Σήμερα θέλω τόσο πολύ να σου μιλήσω. Να σε έχω απέναντι μου ή και δίπλα μου, όπως ποτέ μέχρι τώρα δεν συνέβη, και να σου μιλήσω. Θέλω να ταξιδέψω και να γίνω αυτό που θα έπρεπε να είμαι. Να μεταμορφωθώ σε μια άυλη ουσία και να ταξιδέψω στο σύμπαν. Θέλω να συναντήσω ότι έφτιαξε εσένα, εμένα και τους άλλους. Να μάθω τον λόγο που χωρίζουν δύο άνθρωποι, ή γιατί αγαπιούνται. Θέλω να ζήσω αυτά που δεν μου πρόσφερες ποτέ. Θέλω να μάθω τα αφανέρωτα σου μυστικά. Θέλω να ζήσω τις φευγαλέες μας ματιές ανάμεσα στους άλλους που δεν ξέρουν τι σημαίνει ο ένας για τον άλλο, τα βιάστηκα βήματα που θα έκανα για να έρθω να σε βρω και την ανάγκη για ένα άγγιγμα σου στο σκοτάδι. Θέλω να μάθω για τον έρωτα που δεν έχει μέλλον ή παρόν, που ζει και πεθαίνει μέσα σε μερικά δραματικά δευτερόλεπτα. Θέλω κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, να είσαι εδώ και όχι εκεί. Θέλω να είσαι εδώ από ανάγκη και όχι από εξαναγκασμό. Θέλω να …

Πες μου ένα γράμμα.

Γράφει ο Δημήτρης Μανωλόπουλος Πες μου ένα γράμμα. Οποίο σκεφτείς πρώτο. Πες μου ένα γράμμα και θα σου πω μια λέξη. Την πρώτη που θα μου έρθει στο μυαλό από το γράμμα που θα μου πεις. Όχι, δεν είναι παιχνίδι. Θέλω μόνο να μου μιλάς. Έστω και έτσι, με το να μου πεις ένα γράμμα. Για παράδειγμα, αν μου πεις “Α” θα σου πω αδιαφορία. Ξέρεις από αυτή την αδιαφορία που δείχνουν μερικοί άνθρωποι στους υπόλοιπους ανθρώπους όταν δεν θέλουν να ασχοληθούν μαζί τους. Από αυτή που καμία φορά μου δείχνεις και εσύ γιατί είτε πλέον δεν νοιάζεσαι, είτε γιατί φοβάσαι. Αν μου πεις “Κ” θα σου πω καφές. Θα σου πω για εκείνον τον καφέ που ποτέ δεν πήγαμε. Η ακόμα και αν πήγαμε, εσύ, καθόσουν στην στην άλλη μεριά του τραπεζιού και αυτοί που ήταν ανάμεσα μας, έμειναν εκεί. Ανάμεσα μας. Αν μου πεις “Τ” θα σου πω τέλος. Αλλά για πιο τέλος να σου μιλήσω αν η αρχή δεν έγινε ποτέ; Αν μου πεις “Ι” θα σου πω ίσως. Όμως επειδή δεν …

Μέρες Παράξενες

Γράφει ο Δημήτρης Μανωλόπουλος Οι νύχτες πάντα είναι δύσκολες. Κάποιος, κάπου, κάποτε, μας υποσχέθηκε πώς οι νύχτες μας θα είναι ήσυχες και γαλήνιες. Μα έκανε λάθος γιατί νύχτες σαν και αυτές, και σαν όλες τις άλλες δεν κυλάνε εύκολα. Και πάντα αργεί να ξημερώσει. Οι νύχτες αυτές είναι γεμάτες αναμνήσεις από πράξεις, και ιδέες που ποτέ δεν γίναν πράξεις. Το σώμα αδυνατεί να αντισταθεί και καταρρέει. Το μυαλό πνίγεται σε μια κουταλιά νερό προσπαθώντας να καταλάβει το γιατί. Και κανείς δεν είναι εκεί για να σε σώσει. Ούτε καν αυτός που σου υποσχέθηκε πως οι νύχτες σου θα είναι ήρεμες. Οι μέρες και οι νύχτες μας, δεν είναι οι ίδιες.  Όπως και εμείς, δεν είμαστε ίδιοι πια. Γύρνα και πες μου ότι όλα θα πάνε καλά. Δεν περιμένω και δεν θέλω να μου πεις παραμύθια για να κοιμηθώ. Οι άνθρωποι μεγάλωσαν αρκετά για να πιστεύουν πλέον στα παραμύθια. Πόσο μάλλον στον ίδιο τους τον εαυτό. Ο κόσμος θέλει, και πρέπει κάπου να ελπίζει για να ζει.