Τρανζίστορ / Cantina

Τρίτη

«Δε μπορούσα να κοιμηθώ. Πονάνε τα μάγουλά μου από το γέλιο. Έφτασες;», του λέει η Χαρά έχοντας ακουμπήσει το κινητό της ανάμεσα σ’ εκείνη και το μαξιλάρι.

«Αυτή είναι μια πολύ πρωτότυπη δικαιολογία για να πάρεις κάποιον τηλέφωνο. Κι εγώ πέρασα πολύ όμορφα. Είμαι στο δρόμο. Φαντάζομαι μπορείς να μου κάνεις λίγη παρέα. Ή να σου κάνω εγώ μέχρι να αποκοιμηθείς», της λέει ο Λουκάς με αυτόν τον μοναδικά δικό του τρόπο που ενώ δείχνει να του αρέσει, δεν είναι και καθόλου διαχυτικός.

«Πωπω ποιος πάει για δουλειά αύριο;», αναρωτιέται εκείνη φωναχτά.

«Σκέφτομαι να σου δώσω κάτι να περιμένεις για να είσαι πιο αποδοτική. Τι θα έλεγες να πάμε μια βόλτα μετά; Κατά τις 8;»

Η μελωδία της ευτυχίας μόλις απέκτησε νέους στίχους και βρήκε την καινούρια της φωνή.  Προσπάθησε να μείνει ψύχραιμη και ταυτόχρονα να διαχειριστεί με διακριτικότητα το πόσο εύκολα και αβίαστα συνέβαιναν όλα όσα ήθελε με αυτόν τον τύπο.

«Βέβαια, μπορεί να περάσει κι ένας φίλος μου, αλλά δεν έγινε κάτι. Θα τον γνωρίσεις κιόλας», συνέχισε και η Χαρά αναρωτιόταν πόσο απλά μπορεί να είναι όλα όταν τα θες. Ούτε μυστήριο, ούτε ghosting, ούτε αναπάντητα μηνύματα, βαρύγδουπα λόγια ή παράξενα υπονοούμενα. Ο Λουκάς περνούσε ωραία μαζί της, το ένιωθε και της το έδειχνε. Χωρίς να συγκρατεί αυτό που αισθάνεται, ήξερε τι ήθελε και το μοιραζόταν ανοιχτά μαζί της και με τους φίλους του. Πώς κάποια πράγματα είναι τόσο απλά για μερικούς ανθρώπους, ενώ φαντάζουν γολγοθάς για κάποιους άλλους, είναι απορίας άξιο.  

«Ναι, αμέ. Γιατί όχι. Τα λέμε αύριο στις 8. Καληνύχτα», είπε και έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να προλάβει να ακούσει την αντίστοιχη ευχή από την άλλη γραμμή, από φόβο μην τυχόν ακουστεί καμια στριγκλιά από τη χαρά της. «Όνειρα γλυκά», έγραφε το μήνυμα που της ήρθε λίγα δευτερόλεπτα μετά.

Η μέρα κυλάει τρομακτικά αργά όταν θες να περάσει γρήγορα και μπαίνει σε fast forward κάθε φορά που θα προτιμούσες να παγώσει ο χρόνος. Αυτό το παράδοξο παιχνίδι του σύμπαντος, σε συνδυασμό με την αϋπνία της, την έκαναν να παρατηρήσει ότι πλέον αντλούσε ενέργεια από μια διαφορετική πηγή που άκουγε στο όνομα Λουκάς, αφού τα αποθέματα του οργανισμού της είχαν στερέψει, αλλά εκείνη λειτουργούσε σαν ολοκαίνουριο, κουρδισμένο, ελβετικό ρολόι.

Στις 8 βρέθηκαν στο Μοναστηράκι. Η Χαρά έφτασε πρώτη και τον  περίμενε στην έξοδο του μετρό στην οδό Αθηνάς. «Οποιοσδήποτε προτιμά την όχι και τόσο διακριτική μυρωδιά των ανθρώπων που προτίμησαν να κατουρήσουν στα σκαλιά πλάι στο μετρό, σε σχέση με το πλήθος κόσμου που βγαίνει για βόλτα στην πλατεία, ενώ παράλληλα ανεβοκατεβαίνουν στον ουρανό ελικοπτεράκια και πτυσσόμενα αντικείμενα που πωλούν πλανόδιοι παντού γύρω σου», σκέφτηκε όταν ένιωσε κάποιον να την πλησιάζει από πίσω. Εκείνος τυλίγει τα χέρια του γύρω από τα μπούτια της, τη σηκώνει στον αέρα και κάνει μια στροφή. Την αφήνει να γλιστρήσει και να βρεθεί στην αγκαλιά του, αλλά με τα πόδια της στο έδαφος αυτή τη φορά. «Τόσες ώρες περίμενα αυτή τη στιγμή», της λέει και της δίνει ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. «Εννοώ, δεν ξέρεις πόσο ανάγκη έχω μια μπύρα», συνεχίζει και σκάει στα γέλια.

Περπατούν πλάι πλάι και εκείνος φτιάχνει το σακίδιό του, ενώ λίγο μετά βολεύει και πάλι το χέρι του στους ώμους της. «Πάμε Τρανζίστορ;», λέει και την τραβάει από το χέρι, ενώ η Χαρά προσπαθεί να θυμηθεί την τελευταία φορά που συνάντησε άνθρωπο με τέτοιο ενθουσιασμό, ακόμα και για τα πιο μικρά πράγματα, όπως μια παγωμένη μπύρα στο κέντρο. Το χύμα κρασί σ’ αυτό το μπαρ δεν πίνεται, οπότε η μπύρα είναι μονόδρομος. Κάθονται στο βάθος του μαγαζιού, και παραγγέλνουν δύο μεγάλες. Συζητούν για τα social media και εκείνος αναρωτιέται για το πώς διαχειρίζεται όλα τα μηνύματα που πιθανότατα λαμβάνει καθότι είναι μια όμορφη γυναίκα. Εκείνη γελάει και του δείχνει μερικά από τα πιο αστεία που έχει λάβει. Ανάμεσά τους και ένα που ελήφθη πριν λίγα λεπτά. «Είσαι πολύ όμορφη», λέει ο άγνωστος αποστολέας. Ο Λουκάς γελάει και πιάνει το κινητό στα χέρια του. Γράφει: «Αν το δει αυτό το αγόρι μου ο Λουκάς, θα θυμώσει πολύ». Το στέλνει. «Για να δούμε τι θα πει τώρα ο τύπος», λέει και πίνει μια γουλιά από την μπύρα του, λες και δεν είχε μόλις προκαλέσει πανικό σε όλα τα ζωτικά όργανα του κοριτσιού που συνόδευε.

Μιάμιση ώρα μετά, φτάνει ο φίλος του ο Γιώργος. «Είμαι βιαστικός, πάω εδώ πιο κάτω στα παιδιά. Ελάτε μετά να μας βρείτε. Χάρηκα πολύ», της λέει και στρίβει ένα τσιγάρο, ενώ εξηγεί στον Λουκά πού θα είναι.

Οι δυο τους μένουν στο Τρανζίστορ για αρκετές ώρες ακόμα. Εκείνος είναι στην τρίτη μπύρα κι εκείνη πρέπει να έχει τρυπηθεί ήδη από το τρίτο βέλος του θεού Έρωτα, ο οποίος καιρός θα ήταν να δείξει λίγο έλεος και να αποκαλύψει πια εκείνο το σκοτεινό σημείο του Λουκά, γιατί η καρδούλα της οσονούπω θα γίνει σαν αυτές τις χλαπάτσες – ντομάτα ή αυγό που πετούν πάνω σε κάτι ξύλα κοπής οι πλανόδιοι πωλητές της πλατείας Μοναστηρακίου (sic).

Τετάρτη

Με τον μικρό δείκτη του ρολογιού να έχει αφήσει προ πολλού πίσω του το δώδεκα, οι δυο τους διασχίζουν την Πρωτογένους αγκαλιά, αδιαφορώντας για τον κόσμο που διασκεδάζει στα πολυσύχναστα πεζοδρόμια του στενού. Κατευθύνονται προς την Cantina Social, εκείνο το κρυμμένο μυστικό της πόλης που ζει ακόμα και τις καθημερινές σε μια δική του παράλληλη διάσταση. Ανοίγουν τη συρόμενη πόρτα και αποκαλύπτεται ο κήπος που μόλις καλοκαιριάσει μοιάζει με εφιάλτη, χάρη στην αρκετά μεγάλη πιθανότητα να τον επισκεφτούν κατσαρίδες. Ακόμα και να συνέβαινε κάτι τέτοιο όμως, θα την προστάτευε ο Λουκάς. Η παρέα του αποτελείται από δυο κορίτσια και τον Γιώργο που είχε ήδη γνωρίσει. Ο Λουκάς της εμπιστεύεται  στο αυτί ότι το κορίτσι που συνοδεύει ο Γιώργος δεν είναι το μοναδικό στη ζωή του, αλλά υπάρχει και ένα ακόμα με το οποίο έχει σχέση. «Μήπως παίζει διπλό ταμπλό κι αυτός εδώ;», σκέφτεται και τον κοιτάζει την ώρα που γελάει με τα αστεία του φίλου του. «Αποκλείεται, του λείπει το χρωμόσωμα που θα του επέτρεπε να πει ψέματα», απαντάει στον εαυτό της και τον κοιτάζει και πάλι μαγεμένη.

Η γνωριμία με τους φίλους του πάει πολύ καλά και όλοι δείχνουν να τη συμπαθούν και να γελούν με τα αστεία της. Ο Γιώργος αγκαλιάζει τον Λουκά και του λέει «ρε συ πλάκα έχει αυτή εδώ». Ο Λουκάς την κοιτάζει και χαμογελάει. «Θες ένα σφηνάκι;», της λέει και παραγγέλνει χωρίς να περιμένει απάντηση. Πίνουν την τεκίλα μια κι έξω και αποφασίζουν να φύγουν σιγά σιγά. Άλλωστε η ώρα είναι ήδη 3.

Ανεβαίνουν προς την Αθηνάς, αφού κάπου εκεί έχει παρκάρει ο Γιώργος το αμάξι του. Στη διαδρομή, οι φίλοι του περπατούν μπροστά, έχοντας αποφασίσει να κάνουν μια στάση στο Κουλούρι του Ψυρρή. Ο Λουκάς πιάνει τη Χαρά από το χέρι και την κρατάει λίγο πιο πίσω. «Με τρελαίνει που μου γαμάς το μυαλό», της λέει ενώ την κοιτάζει στα μάτια και μετά σκύβει και τη φιλάει. Αυτή είναι μια στιγμή που θα προτιμούσε να πάγωνε ο χρόνος. «Εεε πιτσουνάκια, θέλετε κουλούρι και λαβάς κιρί;», ρωτάει ένα από τα κορίτσια. «Πάμε, πεινάω!», της λέει και την αρπάζει από το χέρι να τρέξουν προς τη μυρωδιά του φρεσκοφουρνισμένου, ζεστού ψωμιού. «Κάπως έτσι θα ‘ναι ο παράδεισος», σκέφτεται εκείνη, «θα μυρίζει ζύμες, σφολιάτες και βούτυρα, ενώ το αγόρι των ονείρων σου σε τραβάει να τρέξετε αγκαλιά προς την καταστροφή που ακούει στο όνομα λαχταριστοί υδατάνθρακες. Και φυσικά δε θα τον νοιάζει αν παχύνεις, αφού θα έχει συμβάλει και με το παραπάνω σε αυτό. Θα σε αγαπάει για πάντα σαν ένα νόστιμο ζυμαράκι. Και θα σε πλάθει συνέχεια ανάμεσα στις ζεστές του χούφτες».

Ο Γιώργος σταματάει έξω από το σπίτι της, κι εκείνη έχει φροντίσει να κάτσει μπροστά, ώστε να κατέβει πρώτη. «Καληνύχτα», φωνάζει σε όλους όσοι κάθονται στα πίσω καθίσματα. «Περίμενε ντε», λέει ο Λουκάς και σπρώχνει το κάθισμα ώστε να βγει από το αμάξι. «Έτσι θα έφευγες; Καληνύχτα, λοιπόν», της λέει και της δίνει το τελευταίο φιλί της βραδιάς, ενώ εκείνη πρέπει να έλιωσε στις παλάμες του.

Στις 9.30 το πρωί και με τον ύπνο να μην ανήκει πια στο λεξιλόγιο της Χαράς, χτυπάει το κινητό της. «Χαρά, από το ιατρείο του κυρίου Γιαννάκη σε παίρνω. Για το τεστ ΠΑΠ σου. Έχουν βγει τα αποτελέσματα, είναι εύκολο να έρθεις να σε ξαναδεί ο γιατρός αύριο;»

«Ναι, φυσικά. Έχω κάτι; Τι έγινε;»

«Έλα μην ανησυχείς. Θα τα συζητήσετε από κοντά»

Αυτό το «μην ανησυχείς», μοιάζει εξίσου αποτελεσματικό με το «μην στεναχωριέσαι». Τώρα μόνο ένα μήνυμα από τον Λουκά θα μπορούσε να της φτιάξει τη διάθεση. Επιλέγει να μην του στείλει. Αντ’ αυτού σκέφτεται τις στιγμές που πέρασε μαζί του πριν λίγες ώρες και μειδιά, ενώ περπατάει προς τη δουλειά. Αν όλοι οι γύρω της ήταν ερωτευμένοι, η πόλη θα γέμιζε χαμογελαστούς ανθρώπους.

Στο πάρκο του Ευαγγελισμού, λίγο πιο έξω από το μετρό, βλέπει ένα αναποδογυρισμένο καπέλο με ψιλά, το οποίο κάτι της θυμίζει. Δίπλα του, ένας τύπος με μακριά μαλλιά παίζει κιθάρα και τραγουδάει σε ένα μικρόφωνο. Κοντοστέκεται και τον κοιτάζει, αφού κι αυτός κάτι της θυμίζει. «Μπα, αποκλείεται», σκέφτεται και γυρνάει να φύγει. «

«Χαρά, εσύ;», ακούγεται από το ηχειάκι.

Τι να κάνει η Χαρά; Να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του καλλιτέχνη του δρόμου, ή να συνεχίσει για τη δουλειά της; Επίλεξε τη συνέχεια της ιστορίας μέσω Instagram stories.

-to be continued.

© 2020, Marion Palioura. All rights reserved. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια από το athensvibe.gr